Definition of Greek

This is the definition of “Greek” that I just found online among other similarly sarcastic definitions. I thought that it was a very smart definition that positively surprised me and made me smile. Soon afterwards I found that it was written by Nikos Dimou, one of the few Greek people that I truly respect for their opinion and works:

“Έλληνας (ο από 3.000 ετών): Ο τυπικός Ρωμιός είναι λεβέντης, μερακλής, τσίφτης, ασίκης, χουβαρντάς, ντόμπρος, μάγκας, βλάμης, μπεσαλής και καπάτσος. Καμιά φορά τεμπέλης, το ρίχνει στο χουζούρι και στο ραχάτι – μαχμουρλής, στο ντιβάνι, κοιτάει το ταβάνι. Του αρέσει ο παράς, το μπαξίσι, το κέφι και το γλέντι. Άμα τον πιάσει ο σεβντάς ή ο νταλγκάς για καμιά νταρντάνα, γίνεται νταής (μπελάς, ο γρουσούζης!) και άμα τον χτυπήσει ντέρτι και σεκλέτι, γίνεται μπεκρής και τον πονάει ο ντουνιάς. (Όλα τα ουσιαστικά ονόματα αυτού του κειμένου είναι ξένα. Είκοσι πέντε τουρκικά, τρία αλβανικά, δύο ιταλικά και ένα σλαβικό).”

To non-Greek readers: the interesting thing with his definition of “Greek person” is that the definition itself is written using 25 turkish, 3 albanian, 2 italian and 1 slavic nouns — words used a lot in the daily Greek language (most Greeks live under the illusion that they are immaculate in every way, especially when it comes to their genetic origins).

Comments are closed as this blog post is now archived.

Lines, paragraphs break automatically. HTML allowed: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

The URI to TrackBack this blog entry is this. And here is the RSS 2.0 for comments on this post.